Ο Γιώργος Παπαηλιού για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας
"Tο κράτος εμφανίζεται ανύπαρκτο και η εργοδοσία μένει ανεξέλεγκτη" τονίζει ο Βουλευτής Αρκαδίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας»:
Η συζήτηση για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας» δεν διεξάγεται σε κοινωνικό και πολιτικό κενό. Διεξάγεται στο πλαίσιο της σκληρής πραγματικότητας που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο βίαιη και ζοφερή για τον κόσμο της εργασίας.
Διεξάγεται λίγες μόλις εβδομάδες μετά το τραγικό εργατικό δυστύχημα στα Τρίκαλα στη επιχείρηση «Βιολάντα», με πέντε εργάτριες νεκρές. Ένα ακόμη θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα που υπενθυμίζει με τον πιο τραγικό τρόπο, τι σημαίνει απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τι σημαίνει ανυπαρξία ουσιαστικών ελέγχων, τι σημαίνει εργασιακή ζούγκλα.
Και αυτό, διότι τα εργατικά δυστυχήματα δεν είναι αποτέλεσμα «ατυχίας» ή «κακιάς στιγμής».
Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών. Αποτέλεσμα της συστηματικής υποβάθμισης της Επιθεώρησης Εργασίας-του ΣΕΠΕ, της ανοχής, κυρίως, έναντι των μεγάλων επιχειρήσεων, της απουσίας αυστηρών κυρώσεων, αλλά και της διάλυσης των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που και ιστορικά ήταν ο βασικός μηχανισμός πρόληψης, ασφάλειας και προστασίας της ζωής των εργαζομένων.
Και βέβαια η συζήτηση διεξάγεται στη σκιά του σκανδάλου των κονδυλίων για την επαγγελματική κατάρτιση (του σκανδάλου του προέδρου της ΓΣΕΕ και της πρώην γενικής γραμματέως του Υπουργείου Εργασίας της ΝΔ που παραιτήθηκε, λόγω της εμπλοκής συγγενικού προσώπου της στην υπόθεση, του σκανδάλου «Παναγόπουλου - Στρατινάκη-ΝΔ»).
Το νομοσχέδιο για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συζητείται σε μία περίοδο που στους χώρους εργασίας, το κράτος εμφανίζεται ανύπαρκτο και η εργοδοσία μένει ανεξέλεγκτη. Διαφημίζεται από την κυβέρνηση της ΝΔ ως δήθεν επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Παρουσιάζεται ως «μεταρρυθμιστικό», αλλά στην ουσία αναπαράγει και παγιώνει τις μνημονιακές πολιτικές που έχουν καταργήσει τα εργασιακά δικαιώματα εδώ και χρόνια. Περιλαμβάνει την πρόσφατη «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», που αποδεικνύει τις στενές σχέσεις-τη διαπλοκή
της «ηγεσίας»-του προέδρου της ΓΣΕΕ με την κυβέρνηση της ΝΔ και την υπουργό Εργασίας. Και αυτό καθώς αυτή η «περίφημη» συμφωνία των κοινωνικών εταίρων ελάχιστα αλλάζει τους μνημονιακούς περιορισμούς για την υπογραφή νέων συλλογικών συμβάσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Αναγορεύει από πλευράς των εργαζομένων, ως κυρίαρχο παράγοντα τη ΓΣΕΕ – και μάλιστα υπό τη σημερινή ηγεσία της -που αποκτά υπερεξουσίες και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο για την υπογραφή κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, παρότι ταυτόχρονα συνεχίζει να την αγνοεί σε επίπεδο διαπραγμάτευσης για τον καθορισμό του κατώτατου
μισθού!
Δεν πρόκειται για την πλήρη επαναφορά των δικαιωμάτων των εργαζομένων-των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Πρόκειται για μία επιλεκτική επαναφορά, που κρατά στη ζωή δομές που υπονομεύουν το συνδικαλιστικό κίνημα, αποδυναμώνουν τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και αφήνουν στην κυριολεξία στο έλεος της εργοδοσίας τον κατώτατο μισθό και τις ζωές των εργαζομένων. Το πνεύμα-η φιλοσοφία των μνημονιακών ρυθμίσεων παραμένει. Οι περισσότερες εξ αυτών δεν ακυρώνονται με το νομοσχέδιο. Οι βασικές ρυθμίσεις, οι οποίες στέρησαν από τους εργαζομένους την πραγματική λειτουργία των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, παραμένουν αμετάβλητες και ενεργές.
Δεν είναι απλώς θέμα γράμματος και διατυπώσεων. Είναι μια συνειδητή πολιτική επιλογή. Μια επιλογή που με σαφήνεια λέει, ότι, ενώ μπορεί να επανακάμψει το συλλογικό εργατικό δίκαιο και η συλλογική αυτονομία, η κυβέρνηση της ΝΔ το αρνείται.
Με το νομοσχέδιο δεν επαναφέρονται οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας (Σ.Σ.Ε.) που αποτελεί την πυξίδα και για τους επιμέρους κλάδους της οικονομίας και τις αντίστοιχες κλαδικές Σ.Σ.Ε., αφού ο καθορισμός του κατώτατου μισθού παραμένει στην εξουσία του κράτους. Ενώ, η εθνική γενική Σ.Σ.Ε. είναι ο βασικός μηχανισμός-μοχλός των κοινωνικών ισορροπιών, παραμένει υπό την πλήρη εποπτεία των μνημονιακών ρυθμίσεων.
Εξάλλου, ο ίδιος ο κοινωνικός διάλογος, παραμένει υποταγμένος στους αριθμούς- στους δείκτες της ανταγωνιστικότητας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των εργαζομένων. Η κυβέρνηση της ΝΔ δεν έχει την πολιτική βούληση να ενισχύσει τα δικαιώματα των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το αποδεικνύει με κάθε άρθρο αυτού του νομοσχεδίου.
Ενδεικτικά:
Η ρύθμιση για τη θέσπιση επικουρικής αρμοδιότητας της ΓΣΕΕ «να συνυπογράφει-να επικυρώνει» κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν επιλύει τα βασικό πρόβλημα που είναι η αποκατάσταση της συλλογικής αυτονομίας. Αντί να ενισχύεται η αυτονομία των κλαδικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ώστε να συνάπτονται κλαδικές Σ.Σ.Ε., η ΓΣΕΕ μετατρέπεται σε υπερεταίρο, μια κατηγορία από μόνη της. Έτσι αποδυναμώνεται η «κλαδική αυτονομία» και δημιουργείται ένα συγκεντρωτικό σύστημα, χωρίς ουσιαστική αντιπροσωπευτικότητα.
Δεν απλοποιείται η εγγραφή στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. Στην ουσία δημιουργείται ένα ψηφιακό φακέλωμα, ένα «facecontrol» για τα συνδικάτα. Ενώ δήθεν μειώνονται κάποιες απαιτήσεις, διατηρείται, αν όχι ενισχύεται, ο εκβιασμός, αφού, χωρίς εγγραφή στο μητρώο, αφού χάνονται βασικά δικαιώματα των συνδικάτων.
Πλέον όλοι οι κανονιστικοί όροι περιλαμβάνονται στη μετενέργεια. Όμως κρατείται η διάρκειά της στον σημερινό μειωμένο χρόνο των τριών μηνών, όταν προ μνημονίων ήταν έξι. Η μείωση του ποσοστού των εργαζομένων που απαιτείται για την επέκταση των Σ.Σ.Ε (από άνω του 50 % σε άνω του 40 %)είναι απλώς μία αριθμητική παρέμβαση χωρίς να καταργούνται οι άλλοι σημαντικοί περιορισμοί.
Η απαίτηση για εκθέσεις ανταγωνιστικότητας και άλλες προϋποθέσεις παραμένει. Σε αυτό το πλαίσιο, συνεχίζεται η μετατροπή της επέκτασης των Σ.Σ.Ε. σε μία διαδικασία γραφειοκρατικών εμποδίων και πολιτικών διαπραγματεύσεων που δεν έχουν σχέση με την ουσιαστική ενίσχυση του ρόλου των Σ.Σ.Ε.
Καταργείται το δικαίωμα της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, ένα από τα βασικά εργαλεία για να προωθηθούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις όταν οι εργοδότες αρνούνται να συναινέσουν σ΄ αυτές. Στον αντίποδα, καθιερώνεται μία τριμελής Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού, η οποία λειτουργεί εντός του ΟΜΕΔ και έξω από κάθε λογική διαπραγματευτικής διαδικασίας, αφού αυτή η επιτροπή αποφαίνεται για τις σχετικές αιτήσεις που μπορούν να συνεχιστούν στα δικαστήρια.
Αντί να ενδυναμώνεται ο ΟΜΕΔ, υποβαθμίζεται, καθιστάμενος ένας μηχανισμός που καθυστερεί τις αποφάσεις και υπονομεύει κάθε δυνατότητα αποτελεσματικής προστασίας των εργαζομένων. Καταργείται ο δεύτερος βαθμός διαιτησίας. Εφεξής, κάθε διαιτητική απόφαση θα προσβάλλεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφορές που θα έπρεπε να επιλύονται με ταχύτητα και αποτελεσματικά, θα οδηγούνται σε έναν μαραθώνιο διαδικασιών, απρόβλεπτο, χρονοβόρο και δαπανηρό. Συμπερασματικά, αντί η κυβέρνηση να ανοίξει τη συζήτηση για δημοκρατία, διαφάνεια και λογοδοσία στο συνδικαλιστικό κίνημα, επιλέγεινα εισαγάγει-να εφαρμόσει ένα πλαίσιο συγκεντρωτικού διοικητικού ελέγχου κ.α., στο όνομα της «τάξης» και της «αποτελεσματικότητας».
Αυτό γίνεται, διότι η κυβέρνηση της ΝΔ δεν εμπιστεύεται ούτε τους εργαζόμενους ούτε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, που επίσης δεν την εμπιστεύονται. Επιβάλλεται να δημιουργηθεί ένα διαφανές, δημοκρατικό και πραγματικά ανεξάρτητο συνδικαλιστικό πλαίσιο, εντός του οποίου οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα έχουν την αυτονομία και τις θεσμικές εγγυήσεις να διαπραγματεύονται ισότιμα με την εργοδοσία και την πολιτεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται μία ουσιαστική επαναθεμελίωση των (συλλογικών) εργασιακών σχέσεων, με την καθιέρωση αντιπροσωπευτικότητας, διαφάνειας και λογοδοσίας για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την αποκατάσταση της συλλογικής αυτονομίας, την πλήρη επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία, την εφαρμογή του κανόνα της ευνοϊκότερης μεταχείρισης των εργαζομένων, την πλήρη μετενέργεια και την επεκτασιμότητα.