Παπαηλιού: Κυβέρνηση «PASS» & ΚΑΡΤΕΛ: Ακρίβεια για τους πολλούς, κέρδη για τους λίγους
Η τοποθέτηση του βουλευτή Αρκαδίας κατά τη συζήτηση της ΠΝΠ για το ενεργειακό κόστος.
Ο Γιώργος Η. Παπαηλιού, Βουλευτής Αρκαδίας-Τομεάρχης Δικαιοσύνης (ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία) στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Κύρωση της από 25.3.2026 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Επείγουσες ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της αύξησης του ενεργειακού κόστους και την προστασία πληττόμενων κλάδων της οικονομίας …»
Η υπό κρίση ΠΝΠ συζητείται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία. Συμπίπτει με την πρόκληση σοβαρών γεωπολιτικών εξελίξεων, μετά τον, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Αυτή η (συγκυρία) προκαλεί άνοδο στις τιμές της ενέργειας, λειτουργώντας ως καταλύτης για ένα νέο κύμα ακρίβειας που διαπερνά το σύνολο της οικονομίας. Δεν πρόκειται μόνον για αυξήσεις στα καύσιμα.
Οι αυξήσεις στην ενέργεια προκαλούν αλυσιδωτές συνέπειες, που επηρεάζουν την παραγωγή (αγροτική και βιομηχανική), το κόστος μεταφορών, τις τελικές τιμές στα βασικά αγαθά, και συνακόλουθα το ίδιο το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών.
Όμως αυτό που βιώνεται σήμερα από τα ελληνικά νοικοκυριά δεν είναι απλώς μια «εισαγόμενη ακρίβεια».
Είναι η συνέπεια μιάς συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής της κυβέρνησης:
Να αφήσει την αγορά ανεξέλεγκτη και να μην παρέμβει ουσιαστικά εκεί όπου διαμορφώνονται οι τιμές.
Έναντι αυτής της κατάστασης, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί για μία φορά ακόμη τα γνωστά εργαλεία, επιδόματα-επιδοτήσεις, προσωρινά pass, αποσπασματικές ενισχύσεις.
Αυτές οι παρεμβάσεις δεν λύνουν το πρόβλημα. Το ανακυκλώνουν. Διότι όταν επιδοτείται η κατανάλωση χωρίς να προσεγγίζεται η διάρθρωση της αγοράς και ο τρόπος διαμόρφωσης των τιμών, επί της ουσίας διοχετεύεται δημόσιο χρήμα εντός ενός συστήματος που συνεχίζει να παράγει ακρίβεια.
Αυτή τη μεγάλη εικόνα, η κυβέρνηση συστηματικά αποφεύγει να συζητήσει-«να αγγίξει».
Στην Ελλάδα, σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια, οι τράπεζες, οι αλυσίδες λιανικής , κ.α., η αγορά δεν λειτουργεί με όρους υγιούς ανταγωνισμού. Λειτουργεί με έντονα ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά, με συγκέντρωση ισχύος σε ολίγους μεγάλους παίκτες, που έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν καθοριστικά τις τιμές. Έναντι αυτής της κατάστασης, η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει. Αντιθέτως, με την πολιτική της, την ενισχύει.
Όταν δεν επιβάλλεται πλαφόν στα περιθώρια κέρδους σε όλη την αλυσίδα αξίας , όταν δεν εφαρμόζονται αυστηροί και διαρκείς έλεγχοι, όταν δεν εξασφαλίζεται διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, τότε αφήνεται χώρος για φαινόμενα αισχροκέρδειας. Πολύ περισσότερο ενισχύονται έμμεσα τα ίδια αυτά φαινόμενα., όταν, ταυτόχρονα, επιλέγεται, να επιδοτείται η τελική τιμή, Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: ένα σημαντικό μέρος των επιδοτήσεων δεν καταλήγει στον πολίτη, αλλά απορροφάται από τους ενδιάμεσους κρίκους της αλυσίδαςτης αγοράς, ενισχύοντας τα περιθώρια κέρδους τους.
Αυτή είναι η πραγματικότητα, με την επικοινωνιακή πολιτική των «pass». Και γι’ αυτό όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για μια πολιτική που δεν προστατεύει την κοινωνία, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης ή μάλλον ενίσχυσης των (υπερ)κερδών.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ουδέτερη επιλογή, να μη μειώνονται ο ΦΠΑ και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα. Δεν είναι ουδέτερη επιλογή το να μην φορολογούνται ουσιαστικά τα (υπερ)κέρδη των ενεργειακών εταιρειών. Δεν είναι ουδέτερη επιλογή να μην υφίσταται παρέμβαση στην αγορά, να μην αντιμετωπίζονται τα καρτελοποιημένα χαρακτηριστικά της αγοράς. Είναι συνειδητή πολιτική επιλογή, που μεταφέρει το βάρος της κρίσης στους πολλούς, προστατεύοντας και ενισχύοντας τα συμφέροντα των ολίγων.
Και αυτή η επιλογή δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα των καυσίμων.
Εκτείνεται στο σύνολο της οικονομίας, στην ανοχή σε φαινόμενα αισχροκέρδειας, ιδίως στα τρόφιμα και στα βασικά αγαθά, στην απουσία ουσιαστικών ελέγχων στην αγορά, στο διαρκές άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ της αύξησης των τιμών και της εξέλιξης των εισοδημάτων.
Η κυβέρνηση έχει επιλέξει ένα μοντέλο, βάσει του οποίου η αγορά υποτίθεται ότι «αυτορυθμίζεται». Βέβαια στην πράξη αυτή ρυθμίζεται από τους ισχυρούς παίκτες.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που πιέζεται ολοένα και περισσότερο. Νοικοκυριά που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις βασικές τους ανάγκες. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, των οποίων το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται και οι ίδιες αβοήθητες, φθίνουν και «κλείνουν», αφού δεν μπορούν να ενταχθούν σε προγράμματα και να χρηματοδοτηθούν.
Με συνέπεια, οι οικονομικές ανισότητες να διευρύνονται συνεχώς.
Όμως αυτή η πορεία δεν είναι μονόδρομος.
Υπάρχει εναλλακτική
Μία πολιτική που να ξεκινά από την παραδοχή, ότι η αγορά χρειάζεται κανόνες, έλεγχο και παρεμβάσεις, όταν δεν λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας. Μία πολιτική που να περιλαμβάνει τη μείωση της έμμεσης φορολογίας στα καύσιμα, και το μηδενισμό (ή έστω) τη μείωση της στα βασικά είδη πρώτης ανάγκης, ώστε να υπάρξει άμεση και ορατή ελάφρυνση, τη θέσπιση πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών με πραγματικές αρμοδιότητες και διαφάνεια. Τη φορολόγηση των (υπερ)κερδών με τρόπο ουσιαστικό και όχι προσχηματικό. Και βέβαια, στοχευμένα μέτρα στήριξης για τους ευάλωτους πολίτες, που σήμερα σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης.
Το ζήτημα δεν είναι απλά οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό.
Θα συνεχιστεί η επιδότηση μιάς στρεβλής αγοράς, με τη διοχέτευση δημοσίων πόρων που ενισχύουν τα καρτέλ;
Ή θα προβλεφθούν και θα προωθηθούν ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα προστατεύουν την κοινωνία και θα αποκαθιστούν την ισορροπία;
Η απάντηση από πλευράς μας είναι σαφής. Η χώρα δεν χρειάζεται άλλα προσωρινά «pass». Χρειάζεται αλλαγή πολιτικής, με ρύθμιση της αγοράς και σύγκρουση με τα συμφέροντα που παράγουν και αναπαράγουν την ακρίβεια.
Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της πολιτικής αντιπαράθεσης σήμερα και αυτό θα είναι στην επικείμενη εκλογική αναμέτρηση.
Σ΄ αυτό απαντά σήμερα, με τους αγώνες του, ο ελληνικός λαός και θα κληθεί να απαντήσει και στις προσεχείς εκλογές
Και η απάντησή του θα είναι καταλυτική, κύριοι της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.